σίσυρνα

ἡ, ΜΑ
βλ. σισύρα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σισύρνα — σισύρνᾱ , σίσυρνα garment of skin fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίσυρνα — garment of skin fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύρνας — σισύρνᾱς , σίσυρνα garment of skin fem acc pl σισύρνᾱς , σίσυρνα garment of skin fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύρναις — σίσυρνα garment of skin fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύρνης — σίσυρνα garment of skin fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίσυρναν — σίσυρνα garment of skin fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισυρνοδύτης — ὁ, Α ντυμένος με σίσυρνα*, με κάπα ή γούνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίσυρνα, άλλος τ. τού σισύρα «κάπα» + δύτης (< δύω «βυθίζω, βουτώ»), πρβλ. ῥακο δύτης, τρωγλο δύτης] …   Dictionary of Greek

  • σισυρνοφόρος — ον, Α, και σισυροφόρος, ον, ΜΑ αυτός που φορεί σίσυρνα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίσυρνα / σισύρα «κάπα» + φόρος*] …   Dictionary of Greek

  • σισυρνώδης — ῶδες, Α [σίσυρνα] όμοιος με σίσυρνα* …   Dictionary of Greek

  • σισύρα — η, ΝΜΑ, και σίσυρνα και σισύρνα και σισύρνη, ΜΑ νεοελλ. γούνα, μηλωτή | (μσν. αρχ.) επενδύτης από κατσικήσιο, συνήθως, δέρμα με τις τρίχες του, γούνα ή πανωφόρι από κατσικήσιες τρίχες για την ημέρα και σκέπασμα για τη νύχτα, κν. σήμερα γνωστό ως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.